........

domenica 30 settembre 2012

10 poezi përkthyer në greqisht nga Andrea Zarballa





1. ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΦΑΡΟΣ ΣΤΟ ΝΟΤΟ

Μόνος είμαι εδώ στο Νότο,
σαν φάρος γερασμένος στα βράχια,
μαυρισμένος, διαβρωμένος από την περιφορά των Γαλαξιών,
λερωμένος από φεγγαρίσιες κοτσιλιές
βρεγμένος από ούρα άστρων.

Μόνος, λησμονημένος από τα πλοία, που αλλάξανε ρότα,
με σβηστό το φανάρι, στον κρημνό της θάλασσας,
ακούγοντας μονάχα κάποια βραχνά μακρινά σήματα,
που δεν ξέρω πια το νόημά τους.    

Είμαι τυφλός απέναντι στους θεούς.

Καλύτερη μοίρα είχε ο Προμηθέας,
όταν του στέλνανε τον Ερμή να του αλλάζει τις περόνες. 
Τουλάχιστον αντάλλασε δυο κουβέντες για τον κόσμο
εκεί κάτω.

Εδώ που είμαι, στον έρημο βράχο,
κανείς δεν εμφανίζεται με την ασετιλίνη,
κανείς δεν καθαρίζει το φανάρι,
για ν’ ανάψει και πάλι η φλόγα της ψυχής μου.

Μόνος είμαι εδώ στο Νότο,
οστρακισμένος από ναυτικά βιβλία και χάρτες. 


2. ΜΕΡΕΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΣΤΟ ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟ


Δοκίμασε αν θέλεις, να πατήσεις στο παλιό,
στο μαυρισμένο καλντερίμι της Κιάφας του Παζαριού,
που κάθε πέτρα
είναι σαν αναμμένο ηλεκτρικό φουρνέλο.

Τα καλντερίμια, τα πεζοδρόμια, οι σκάλες,
οι σκεπές, οι καμινάδες, οι βρύσες, τα τόξα,
τα παγκάκια, το φρούριο, όλα, όλα,
φτιαγμένα από ασβεστώδη πέτρα,
είναι ένα καμίνι,
κτήμα ενός άσπλαχνου ήλιου.

Σε τυφλώνει μια άχνη φωτός
σε τούτον τον Κανταρεανό* κρημνό με την αφαιρετική,
γκρίζα αρχιτεκτονική
με τα σιωπηρά τζάκια εκεί κάτω στις πέτρινες σκεπές
σαν άχρηστα πια, άκρα του χειμώνα.

Κι ενώ μοιάζει να στέκεις σαν σε πέτρινο θώρακα θεριού
νιώθεις τους δροσερούς χυμούς της ζωής στους οντάδες,
όπως σε μια πλανητική καμπίνα
έτοιμη να ταξιδέψει σε άλλον πλανήτη, σε άλλο χρόνο. 


3. ΛΟΓΑΡΑΣ


Όλη την ημέρα οι καταχνιές κοιμούνται στα Γράμματα,
δίπλα στα ναυάγια.
Τις νύχτες ανεβαίνουν στην Κιάφα,   
κι έχουν ακόμα άρωμα βυθού, άρωμα φυκιών
και σκαρίζουν στα δάση με τα έλατα
βόσκουν αδέσποτα στους κρημνούς, στριμώχνονται,
σαν τυφλά, αθόρυβα κοπάδια γύρω από την κούρσα σου,
τόσο που μαραίνονται ακόμα και τα δυνατά φανάρια.

Πεύκα ψηλά σαν γκρίζοι κίονες. Μα δεν τολμάς
να ρίξεις ούτε βήμα. Δεν ξέρεις
σε ποια εποχή μπορούν να σε βγάλουν τα βήματα.

Και περιμένεις υπομονητικά να εμφανιστεί  
ο επιστάτης του τουριστικού χωριού.

Κι ενώ του ζητάς ένα κρεβάτι, επιτέλους, χωρίς ομίχλες,
σου κάνει νεύμα να ηρεμήσεις,
γιατί ακόμα κι οι θεοί εδώ πάνω
σε καμπίνες γεμάτες ομίχλη κοιμούνται.

Τα πρωί οι καταχνιές κατεβαίνουν και πάλι στα Γράμματα
κι αφήνουν τ’ αυγά τους στο βυθό του Ιονίου
σαν μαργαριτάρια κάτω στους λειμώνες των κοραλλιών.


4. ΠΕΡΙΜΈΝΩ ΝΑ ΒΓΩ ΑΠΌ ΤΟΎΤΟ ΤΟ ΣΏΜΑ


Περιμένω να βγω από τούτο το σώμα. Δεν μπορώ πια
να κατοικώ σ’ αυτό το ερείπιο, καψαλισμένο από τα όνειρα,
που τα ξεχνούσα αναμμένα όλη τη νύχτα,
από φλόγες παράξενες, που τόσες φορές το τυλίξανε
και σχεδόν το απανθράκωσαν.

Τόσες φορές το εγκατέλειψα στον πόνο του,
στην ατέλειωτη αναμονή του,
κάτω από τα εκκωφαντικά τσιρίσματα των άστρων,
την ώρα που γυρίζανε οι καιροί.

Δεν μπορώ πια να σκάβω στις βυθισμένες
πολιτείες των αναμνήσεων,
όπου ο αέρας ανεμίζει τα σπάργανα των νεκρών ποιημάτων,
γιατί, ποιος ξέρει, στους σωρούς των αποριγμάτων
μπορεί να πέσω πάνω στο όστρακο της Αφροδίτης
πάνω σε καμιά λυχνία που τη σβήσανε οι θύελλες.

Ό,τι έγινε, έγινε σε τούτη τη ζωή! Τώρα
δεν είμαι παρά ένας ζητιάνος
που απλώνει το χέρι στις παροιμίες.
Ίσως αυτές μου χαρίσουν για λίγο το μαγικό κωδικό
ν’ ανοίξω τη Σεζάμ με τις ομορφιές, που ποτέ δεν μπόρεσα
να τις φτάσω.

Αν όχι σήμερα, αύριο, θα το εγκαταλείψω τούτο το σώμα.
Είναι μάταιο να παραμένω εγκλωβισμένος
σε τούτα τα οστά, που φθάρθηκαν από τα χρόνια,
από την τυραννική υπομονή
και τα γρύλισμα των παλιών λογοκριτών.    

5. ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ


Δεν τόλμησα να γίνω αντικαθεστωτικός. Όπως όλοι,
χτυπούσα τα ταμπούρλα, υμνολογούσα την νέα ζωή,
τον νέο άνθρωπο,
κι έλεγα «Αχ, σάμπως να συνέβαινε στ’ αλήθεια έτσι!»

Επέλεγα τα θέματα, λογόκρινα αυστηρά τον εαυτό μου
στραγγάλιζα τις ειρωνείες στα χείλη μου,
τις πιο τολμηρές.

Ήταν η εποχή, που περνούσαν ψιλοβελονιά τις βιογραφίες,
που τοποθετούσαν κοριούς στα ταβάνια των ονείρων
οι παγωνιές των Ολομελειών έφταναν στο μεδούλι
κι οι φίλοι μας περνούσαν την πόρτα του ψυχιατρείου.   

Με διώξανε από τις γραμμές τους κι εμένα,
με πετροβόλησαν πισώπλατα με τα ίδια μου τα βιβλία,
αν και, οι ίδιοι με όρισαν να είμαι στο τραγούδι τους
ένας απλός ισοκράτης.

Σιώπησα σαν το αηδόνι στη φυλλωσιά,
όταν το δάσος των ποιητών βούιζε.
Κι ένιωθα άνετος έξω από την κουστωδία των υμνολόγων.

Αλλά αντικαθεστωτικός ποτέ μου δεν έγινα.


6. ΣΛΑΦΑΡΙ

Ήσουν ποτέ στο Σλαφάρι; Ήσουν ποτέ στο μακρινό
νησί της Ουτοπίας;

Ολιμερίς στο Σλαφάρι περιπλανιούνται  ψητά γουρουνάκια
με πιρούνια και μαχαίρια μπηγμένα στους μηρούς τους
κι ένα χρυσό πιάτο κρεμασμένο στην ουρά τους.
Στον ουρανό φτερουγούν ψητές χήνες, πάπιες, κοτσύφια,
πέρδικες και φασιανοί.
Εκεί δεν βλέπεις πέτρες και βράχια,
γιατί στη θέση τους υπάρχουν φόρμες γραβιέρας και φέτας.
Στις δύο πλευρές του δρόμου
είναι φράχτες με τηγανίτες και γλυκίσματα, μόνο που
πρέπει να αποφύγεις το σερμπέτι, μην γλιστρήσεις.

Οι πηγές αναβλύζουν κρασί,
τα σιντριβάνια εκτοξεύουν κεχριμπαρένιο ουίσκι,
οι μεθύστακες πηδούν γυμνοί κι όσοι δεν ξέρουν κολύμπι
βγάζουν το κεφάλι και φωνάζουν «Μεζέδες»,
για να μην πνιγούν.

Τα παγωτά είναι σαν Αϊ Βασίλης, από χιόνι.

Αντί για φύλλα, τα δέντρα έχουν χαρτονομίσματα
και μπορείς να τα μαζέψεις, τινάζοντας τα. Πολλά,
πέφτουν και σαπίζουν στη γη,
γιατί κανένας δεν σκύβει να τα πάρει, από βαριεστιμάρα.

Για να φτάσεις στο Σαφλάρι
πρέπει να ξεφυλλίσεις κάτι μεγάλα βιβλία και να ρωτήσεις
τον τυφλό γραμματικό
για να σου δείξει το δρόμο,
πρέπει να ακούσεις τον κωφό
και να ταξιδέψεις μαζί με τον ανάπηρο.

7. ΑΝΔΡΕΑΣ


Όταν περιμένω τον Ανδρέα για καφέ,
έχω την εντύπωση πως για να φτάσει μέχρι εδώ,
ξεκινάει από την αρχαιότητα. Αργοπορεί κάπως,
όσο να ανταλλάξει δυο κουβέντες με τον Αίσωπο,
όσο να κατασταλάξει μέσα του μια σοφία του Καβάφη,
και να, εμφανίζεται στη στροφή της λεωφόρου, πλάι στη θάλασσα
με τα μαλλιά σαν τα φτερά του γλάρου
και τα μάτια σαν ήρεμος πρωινός ήλιος.

Αστραποβολούσαν αυτά τα μάτια κάποτε. Μέχρι, που
το φως τους, το πήρε η Μαίρη κι έφυγε. Ίσως,
γιατί στον τόπο που πήγε,
δεν θα μπορούσε να περάσει μια αιωνιότητα
δίχως εκείνο το φως.

Είκοσι χρόνια τώρα στην άδεια του κουζίνα
ανακατεύει το φαγητό με την πέννα 
απαντώντας, στα συχνά τηλεφωνήματα των γιων του,
με φωνή ψηλή, τόσο, που ακούν κι οι γείτονες.


Σάμπως ν’ ακούγονταν έστω για μια φορά η φωνή της
από την άλλη άκρη του τηλεφώνου,
όλα τα έπιπλα τριγύρω του
θα γύριζαν ξανά σε ανθισμένα δέντρα.

Χάνομαι κι εγώ, καθώς με καλημερίζει,
και προσποιείται πως έτσι κυλάει από χιλιάδες χρόνια η ζωή,
κι εμείς, από χιλιάδες χρόνια, στο καφενείο «Ριβιέρα»
αντί για τσιγάρο,
ανταλλάσομε ποιήματα στις γλώσσες μας,
εγώ σαν ένας Ντε Ράντα κι αυτός σαν ένας Καβάφης. 



8. ΗΡΘΕΣ ΑΡΓΑ, ΘΕΑ ΜΟΥ


Έφτασες αργά, θεά μου. Μες στη μεγάλη αναμονή,
τόσες φορές σχεδίασα και ξανασχεδίασα το άγαλμά σου.

Παιδιόθεν, χάραζα στη μνήμη πρωτόγονες σκηνές,
όπως οι σκηνές του κυνηγιού στα προϊστορικά σπήλαια.

Όταν δυνάμωσαν τα πόδια μου, άρχισα να βαδίζω ξυπόλητος
σαν ερημίτης στους κρυφούς μοιχούς της θάλασσας
και περίμενα να αναδυθείς σαν Αφροδίτη από τα κύματα.

Ήσουν κρυμμένη πίσω από κάθε κραυγή στη γραμμή του ορίζοντα,
πίσω από κάθε σήμα, που μου ’στελνε το πεφταστέρι τις νύχτες,
πίσω από κάθε παράθυρο που άνοιγε.       

Κάθε ριπή ανέμου
με τύλιγε σαν το αόρατο αγκάλιασμά σου
και το άστρο του Νότου αγρυπνούσε να μην με πάρει η τρέλα.

Με ένα πινέλο, με βάλανε
να ζωγραφίσω τα φθαρμένα τοιχώματα μια εποχής. Φοβόμουν
να ψελλίσω το όνομά σου.

Στο Βουθρωτό σε περίμενα έξω από την πύλη της Σκέας,
στην πύλη που περάσανε οι κατάκοποι πρόσφυγες του Όμηρου.
Στις κερκίδες του θεάτρου έλιωνα, προσμένοντας
ν’ ακούσω τον ήχο της φωνής σου μέσα από τις οιμωγές.
Στα υπόγεια κελιά των Σαράντα Αγίων, μακριά από τους άλλους,
έμπαινα να γλύψω τις πληγές,
που τις άνοιγε το άγχος της αναμονής σου.

Ήρθες  αργά, θεά μου,
και μου χρειάστηκε να σε σχεδιάσω ατέλειωτες φορές
όπως μέσα σε ένα στούντιο ADN,
να καταλαγιάζω ατέλειωτες φορές τη φλόγα, που με κατέκαιγε.

Έφτασες, με το λαμπρό σου φωτοστέφανο, την ώρα,
που πήγαινα να σβήσω τις ελπίδες
και σαν αυστηρή αμαζόνα με ανάστησες
με τις δύο αιώνιες συνοδούς σου: την ποίηση από τη μια
και την αγάπη από την άλλη.

 9. ΒΡΑΔΥ

Ήμουν εγώ και το σύμπαν.

Άκουγα την αύρα των άστρων, καθώς ανθίζανε σαν μαργαρίτες,
τη θάλασσα πιο κάτω,
την ανάσα των σπηλαίων σαν ρόγχος φάλαινας.

Μια πυγολαμπίδα
ξέφυγε από τις πυρκαγιές της δύσης και πλανήθηκε πάνω μου
με ένα μικρό φεγγάρι στην κοιλιά της.

Οι πορτοκαλιές έριχναν στους ώμους το γαλανό τρικό
και πήγαιναν σε ραντεβού με τα λιόδεντρα.

Πάνω από την πόλη απλωνότανε μια φωτισμένη άχνη,
λευκή άχνη ονείρων και καμινάδων.

Και πέρα ακουγότανε η βοή του ποταμού
που κατέβαζε το χρόνο στη θάλασσα.

Ήμουν εγώ και το σύμπαν!


10. ΖΗΛΙΑ

Ζηλεύω όταν σκέφτομαι πως ένα και μόνο λιόδεντρο
μπορεί να προσφέρει περισσότερα από μένα.

Όταν ένα λουλούδι
μπορεί να’ ναι καλύτερο από τα ποιήματά μου.

Όταν μία μέλισσα γυρίζει φορτωμένη νέκταρ
κι εγώ να επιπλήττω τον εαυτό μου κάθε που τελειώνει η μέρα.

Όταν ένα άστρο χαράσσει με ακρίβεια την τροχιά του
ενώ εγώ βασανίζομαι σφόδρα…

Όσες φορές σκέφτομαι όλα αυτά
προσπαθώ να έχω μέσα μου
ένα λιόδεντρο,
                                                            ένα λουλούδι,
                                                            μία μέλισσα,
                                                            ένα άστρο.




Μετάφραση:Aνδρέας Ζαρμπαλάς

Nessun commento:

Posta un commento